ετεροάτομο

το
άτομο άλλου στοιχείου εκτός τού άνθρακα, το οποίο περιέχεται στην κλειστή αλυσίδα μιας κυκλικής ένωσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + ά-τομο (< α- στερητικό + -τομο) (< τέμνω), πρβλ. έντομο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ετεροκυκλικές ενώσεις — Ακόρεστες οργανικές ενώσεις με δομή πενταμελούς ή εξαμελούς δακτυλίου. Το χαρακτηριστικό αυτό των ενώσεων, από το οποίο και προκύπτει η ονομασία τους, είναι η παρουσία μέσα στον δακτύλιο ενός ή περισσότερων ατόμων διαφορετικών από τον άνθρακα που …   Dictionary of Greek

  • ετεροκυκλικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε χημική κυκλική ένωση από διάφορα άτομα 2. φρ. «ετεροκυκλικές ενώσεις» οι οργανικές χημικές ενώσεις, τα μόρια τών οποίων περιέχουν έναν ή περισσότερους κυκλικούς δακτυλίους που περιλαμβάνουν ένα τουλάχιστον …   Dictionary of Greek

  • θειαζίνες — Ομάδα ετεροκυκλικών ενώσεων. Περιέχουν στον δακτύλιό τους τέσσερα άτομα άνθρακα, ένα θείου και ένα αζώτου. Τα χρώματα των θ. (θειαζινικά χρώματα) είναι αμινοπαράγωγα της θειοδιφαινυλαμίνης και σπουδαιότερο από αυτά είναι το κυανό του μεθυλενίου.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.